Τα «πουζουνίκια» – Γράφει η Ξανθίππη Αγρέλλη

1
2117
Ψαλίδι / Άγ. Γαβριήλ / Εξοχή, Κως

 

ΣΕΛΙΔΕΣ ΤΗΣ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑΣ ΜΑΣ

ΤΑ ΠΟΥΖΟΥΝΙΚΙΑ

(Γράφει η Ξανθίππη Αγρέλλη)

‘Τ’ Αη Νικήτα κοίτα και τ’Αη Γιωργιού ξεκοίτα’. Έτσι όριζαν οι παλιοί λέσπεριδες, γεωργοί το τέλος της ζεστής και όμορφης καλοκαιρινής εποχής.

Ο Σεπτέμβριος ο νοικοκύρης, ή ο ‘μαευτής’, όπως τον έλεγαν οι παλιοί, προμάζευε όλους τους γεωργούς πίσω στις εστίες τους. Κατέβαιναν τότε από τα ορεινά χωριά στους κάμπους, για να καλλιεργήσουν τα κηπευτικά τους και να φροντίσουν τα αμπέλια τους. Έφτιαχναν τις γνωστές ψάθινες και καλαμένιες καλύβες, τις αμπαράγκες ή παράγκες ή τσαρδάκια και εκεί στοιβάζονταν όλη η οικογένεια για λίγους μήνες. Σ’ ένα χώρο που το φύλαγε για πόρτα, μια χόντρη υφασμάτινη, υφαντή κουρελού.

Ολημερίς κάτω από τον καυτό ήλιο, καλλιεργούσαν κηπευτικά ή μάζευαν ντομάτες, καρπούζια και πεπόνια.

Τον Ιούλιο τον Αλωνάρη, θέριζαν και αλώνιζαν το σιτάρι, για το ευλογημένο αλεύρι και το κριθάρι για τροφή των ζώων. Τον Αύγουστο τον τρυγητή, μετά της Παναγιάς, μάζευαν τα σταφύλια για το μεθυστικό κρασί, όπου ακολουθούσε το πατητήρι.

Ο Σεπτέμβρης περιελάμβανε και τα πουζουνίκα. Προς το τέλος του, οι γεωργοί μάζευαν ο, τι απέμεινε στα χωράφια και στους κήπους και με αυτά τάιζαν τα ζώα ή τα φύλαγαν για δική τους χρήση. Το άνοιγμα των Σχολείων επέβαλε τα σχολιαρόπαιδα να επιστρέψουν στην τάξη και φυσικά στον χειμερινό τρόπο ζωής στο ορεινό χωριό τους.

Οι μεγάλες γιορτές όπως των Γενεθλίων της Παναγίας (8/9), της Ύψωσης του Τιμίου Σταυρού (14/9) και του Αη Νικήτα (15/9), ήταν αυτές που σήμαιναν το τέλος των θερινών μεγάλων Θρησκευτικών Γιορτών. Αυτές τις ακολουθούσαν τα παραδοσιακά πανηγύρια, έξω από τις μεγάλες Εκκλησίες και Εξωκλήσια.

Οι ομογενείς, που δεν ξέχασαν ποτέ την ιδιαίτερη πατρίδα τους και έρχονταν γεμάτοι νοσταλγία, για να δουν μετά από πολλά χρόνια φίλους και συγγενείς, όσους τους απέμειναν, τον Σεπτέμβριο έφευγαν.

‘Μισεύω και τα μάτια μου δακρύζουνε για σένα, Αχ! πατρίδα μου γλυκιά πόσο σ’ αγαπώ πιστά’. Ψιθύριζαν το τραγούδι του μισεμού, της ξενιτιάς, επιστρέφοντας σαν τα αποδημητικά πουλιά, κυρίως με αεροπλάνα, στην αχανή Αμερική ή στην μακρινή Αυστραλία.

Κατά το τέλος του Σεπτέμβρη, οι κάμποι πια είχαν ερημώσει. Οι ψάθινες καλύβες, γινόταν έρμαιο των ανέμων ή τις χαλούσαν οι ίδιοι οι γεωργοί. Μερικά σκιάχτρα, για να φοβερίζουν τα πουλιά που κατέστρεφαν την συγκομιδή απέμεναν στους κάμπους, θυμίζοντας τις όμορφες, ηλιόλουστες μέρες του καλοκαιριού. Και τι δεν άκουγαν αυτά τα ανθρώπινα ομοιώματα! Όλες τις ιστορίες και τις κουβέντες στις υπαίθριες, βράδυνες αποσπερίδες, κάτω από τον έναστρο ουρανό, με την πανσέληνο να φωτίζει τα ψάθινα τσαρδάκια.

Τα πουζουνίκια, οι γεωργοί είχαν λίγα περισσεύματα στο κομπόδεμα τους από την σοδειά. Ακολουθούσε λίγη αγρανάπαυση μέχρι τον Νοέμβρη, που θα γίνονταν το κοπιαστικό μάζεμα του ελαιοκάρπου και τα παραδοσιακά χοιροσφάγια.

Έτσι οι αγρότες, προγραμμάτιζαν αρραβώνες, γάμους και βαφτίσια, που τα ‘στόλιζαν’ με δημοτική μουσική, χορούς και τραγούδια.

Έρχονταν η γιορτή του Αη Νικήτα μέσα του Σεπτέμβρη και οι νοικοκυρές είχαν πια καθαρίσει τα νοικοκυρεμένα χαμηλόχτιστα σπίτια του χωριού. Τα είχαν ασπρίσει και ετοιμάσει την θράκα στην παρασκιά και στο τζάκι για να περάσουν οι δύσκολοι μήνες του παγερού Χειμώνα. Φόρτωναν τα γεμάτα κοφίνια με τα λιγοστά υπάρχοντά τους, στα υποζύγια και επέστρεφαν στην χειμερινή ζεστή κατοικία τους.

Έτσι κοιτούσαν, δηλ κούρνιαζαν, του Αη Νικήτα στις 15 του Σεπτέμβρη και στις 23 του Απρίλη του Αη Γιώργη, εκεί γύρω κατά την περίοδο του Πάσχα, ξέλαμπρα, θα ξεκοιτούσαν, δηλ θα ξεσηκώνονταν για να κατηφορίζουν σιγά, σιγά στους κάμπους, στα χωράφια, στους κήπους, στους αμπελώνες και στα περβόλια τους.

Πολύτιμοι σύμμαχοι τα υποζύγια, όπου οι έχοντες οικονομική άνεση, διέθεταν άλογα και μουλάρια και για τους λιγότερο εύπορους αρκούσε ένα ταπεινό γαιδουράκι.

Αξέχαστες εικόνες, ανεξίτηλα ζωγραφισμένες στην μνήμη μας, όταν από το ορεινό Ασφενδιού, μέχρι το Πυλί, την Αντιμάχεια και την Κέφαλο, ζωντανεύουν την μεταφορά και την μετακόμιση των γεωργών που ήταν και ο βασικός κορμός της οικονομίας του νησιού μας.

Ύστερα, ήρθε το άκαρδο χέρι της μετανάστευσης και πήρε μακριά τα πιο ικανά νεανικά χέρια. Ακολούθησε το τουριστικό ρεύμα, όπου οι νέοι προτίμησαν αντί την επίπονη δουλειά στους αγρούς που κληρονόμησαν, να γίνουν σερβιτόροι, κηπουροί, εργάτες, στα πολυπληθή ξενοδοχειακά συγκροτήματα και τουριστικά καταλύματα.

Ο κάμποι στέγνωσαν, τα χωράφια χέρσωσαν, οι κήποι ξεράθηκαν και οι καλύβες, τα θερινά τσαρδάκια εξαφανίστηκαν από την απέραντη εύφορη πεδιάδα της Κω που όσους έθρεψε, δεν έθρεψε ούτε η Αίγυπτος.

Ξανθίππη Αγρέλλη

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

1 ΣΧΟΛΙΟ

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΑΝΩΝΥΜΑ Ή ΕΠΩΝΥΜΑ

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.